Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asustar
01
τρομάζω, φρικάρω
causar miedo o alarma a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
asusto
γ΄ ενικό πρόσωπο
asusta
ενεστώτα μετοχή
asustando
απλός αόριστος
asustó
παθητική μετοχή
asustado
Παραδείγματα
La película de terror asustó a los niños.
Η ταινία τρόμου τρομοκράτησε τα παιδιά.
02
τρομάζω, φρικάρω
hacer que alguien se despierte de manera repentina por sorpresa o miedo
Παραδείγματα
El ruido fuerte me asustó de mi siesta.
Ο δυνατός θόρυβος με τρόμαξε από τον υπνάκο μου.
03
τρομάζω, φοβίζω
sentir miedo o alarma de manera repentina
Παραδείγματα
Me asusté al ver la sombra en la pared.
Φοβήθηκα όταν είδα τη σκιά στον τοίχο.



























