Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asar
01
ψήνω, ψήνω στο γκριλ
cocinar un alimento al fuego o al horno hasta que se dore
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aso
γ΄ ενικό πρόσωπο
asa
ενεστώτα μετοχή
asando
απλός αόριστος
asó
παθητική μετοχή
asado
Παραδείγματα
Vamos a asar pollo esta tarde.
Θα ψήσουμε κοτόπουλο αυτό το απόγευμα.
02
ανακρίνω, βομβαρδίζω με ερωτήσεις
interrogar a alguien con muchas preguntas, generalmente de manera intensa o insistente
Παραδείγματα
El profesor me asó con preguntas sobre el examen.
Ο δάσκαλος με ψήθηκε με ερωτήσεις για την εξέταση.



























