Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrebatar
01
αρπάζω, αφαιρώ βίαια
quitar algo a alguien de las manos con fuerza y rapidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
arrebato
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrebata
ενεστώτα μετοχή
arrebatando
απλός αόριστος
arrebató
παθητική μετοχή
arrebatado
Παραδείγματα
Me arrebató la carta antes de que pudiera leerla.
Μου άρπαξε το γράμμα πριν προλάβω να το διαβάσω.
02
συνεπαίρνω, γοητεύω
causar a alguien una emoción o admiración muy intensa
Παραδείγματα
Un sentimiento de alegría pura me arrebató en ese momento.
Ένα συναίσθημα καθαρής χαράς me arrebató εκείνη τη στιγμή.
03
εξοργίζομαι, χολομανώ
perder el control por un ataque de ira o enojo muy fuerte
Παραδείγματα
Su padre se arrebató al ver las malas notas.
Ο πατέρας του έξαλλος βλέποντας τους κακούς βαθμούς.



























