Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrebatar
01
αρπάζω, αφαιρώ βίαια
quitar algo a alguien de las manos con fuerza y rapidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
arrebato
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrebata
ενεστώτα μετοχή
arrebatando
απλός αόριστος
arrebató
παθητική μετοχή
arrebatado
Παραδείγματα
El ladrón le arrebató el bolso y salió corriendo.
Ο κλέφτης της άρπαξε την τσάντα και έφυγε τρέχοντας.
02
συνεπαίρνω, γοητεύω
causar a alguien una emoción o admiración muy intensa
Παραδείγματα
La belleza del paisaje arrebató a todos los turistas.
Η ομορφιά του τοπίου συνάρπασε όλους τους τουρίστες.
03
εξοργίζομαι, χολομανώ
perder el control por un ataque de ira o enojo muy fuerte
Παραδείγματα
Se arrebató cuando escuchó la mentira.
Έχασε τον έλεγχο όταν άκουσε το ψέμα.



























