Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apurar
01
τελειώνω, ολοκληρώνω
terminar algo rápidamente o completarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apuro
γ΄ ενικό πρόσωπο
apura
ενεστώτα μετοχή
apurando
απλός αόριστος
apuró
παθητική μετοχή
apurado
Παραδείγματα
Debemos apurar este proyecto cuanto antes.
Πρέπει να apurar αυτό το έργο το συντομότερο δυνατό.
02
επιταχύνω, ωθώ
hacer que alguien haga algo más rápido o con más energía
Παραδείγματα
Apuraron al voluntario para completar la tarea.
Apuraron τον εθελοντή για να ολοκληρώσει την εργασία.
03
βιάζω, επισπεύδω
hacer que alguien se mueva más rápido o actúe con prisa
Παραδείγματα
Apura, el tren está a punto de salir.
Βιάσου, το τρένο πρόκειται να φύγει.



























