Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angustiado
01
ανήσυχος
preocupado, ansioso o inquieto por alguna situación
Παραδείγματα
Estaba angustiado sin saber qué decisión tomar.
Ήταν αγχωμένος χωρίς να ξέρει ποια απόφαση να πάρει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανήσυχος