Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angustiado
01
ανήσυχος
preocupado, ansioso o inquieto por alguna situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más angustiado
συγκριτικός βαθμός
más angustiado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
angustiado
αρσενικό πληθυντικό
angustiados
θηλυκό ενικό
angustiada
θηλυκό πληθυντικό
angustiadas
Παραδείγματα
Estaba angustiado sin saber qué decisión tomar.
Ήταν αγχωμένος χωρίς να ξέρει ποια απόφαση να πάρει.



























