Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amargar
01
κάνω πικρό, δίνω πικρή γεύση
dar un sabor amargo a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
amargo
γ΄ ενικό πρόσωπο
amarga
ενεστώτα μετοχή
amargando
απλός αόριστος
amargó
παθητική μετοχή
amargado
Παραδείγματα
Demasiado café amarga la tarta.
Πολύς καφές κάνει την τούρτα πικρή.
02
πικραίνω
hacer que alguien se sienta infeliz, resentido o que una situación se vuelva desagradable
Παραδείγματα
La experiencia negativa amargó sus últimos años en la empresa.
Η αρνητική εμπειρία έπικρανέψει τα τελευταία του χρόνια στην εταιρεία.



























