Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amargado
01
πικραμένος, δυσαρεστημένος
que está resentido, disgustado con la vida y muestra mal carácter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amargado
συγκριτικός βαθμός
más amargado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amargado
αρσενικό πληθυντικό
amargados
θηλυκό ενικό
amargada
θηλυκό πληθυντικό
amargadas
Παραδείγματα
Su experiencia en la guerra lo dejó amargado.
Η εμπειρία του στον πόλεμο τον άφησε amargado.
Amargado
01
πικραμένο άτομο, δύστροπος
una persona que está resentida y tiene mal carácter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amargados
Παραδείγματα
Todos lo evitan porque es un amargado.
Όλοι τον αποφεύγουν γιατί είναι amargado.



























