amargado
amargado
amarrado

Ορισμός και σημασία του "amargado"στα ισπανικά

01

πικραμένος, δυσαρεστημένος

que está resentido, disgustado con la vida y muestra mal carácter 
amargado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amargado
συγκριτικός βαθμός
más amargado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amargado
αρσενικό πληθυντικό
amargados
θηλυκό ενικό
amargada
θηλυκό πληθυντικό
amargadas
θεματικό πεδίο
personalidad, estado_emocional, actitud
Παραδείγματα
Se volvió un hombre amargado después de perder su trabajo. 

Έγινε ένας amargado άνδρας αφού έχασε τη δουλειά του.

01

πικραμένο άτομο, δύστροπος

una persona que está resentida y tiene mal carácter 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
amargados
αρσενικό ενικό
amargado
θηλυκό ενικό
amargada
neutral form
persona amargada
Παραδείγματα
No le hagas caso, es un amargado. 

Μην τον προσέχεις, είναι amargado.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store