alisar
a
a
a
li
li
li
sar
ˈsaɾ
sar
alistaraliaravisaraliñar

Ορισμός και σημασία του "alisar"στα ισπανικά

alisar
01

ισιώνω

hacer que el cabello o una superficie se vuelva liso y sin ondas o arrugas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aliso
γ΄ ενικό πρόσωπο
alisa
ενεστώτα μετοχή
alisando
απλός αόριστος
alisó
παθητική μετοχή
alisado
Παραδείγματα
Se alisa el cabello todos los días con una plancha. 

Εκείνη ισιώνει τα μαλλιά της κάθε μέρα με σίδερο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store