Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alisar
01
ισιώνω
hacer que el cabello o una superficie se vuelva liso y sin ondas o arrugas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aliso
γ΄ ενικό πρόσωπο
alisa
ενεστώτα μετοχή
alisando
απλός αόριστος
alisó
παθητική μετοχή
alisado
Παραδείγματα
Se alisa el cabello todos los días con una plancha.
Εκείνη ισιώνει τα μαλλιά της κάθε μέρα με σίδερο.



























