Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alcanzar
01
φτάνω, επιτυγχάνω
llegar a un lugar después de avanzar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alcanzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alcanza
ενεστώτα μετοχή
alcanzando
απλός αόριστος
alcanzó
παθητική μετοχή
alcanzado
Παραδείγματα
Finalmente alcanzamos la cima de la montaña.
Τελικά φτάσαμε στην κορυφή του βουνού.
02
επιτυγχάνω
lograr un objetivo, propósito o meta deseada
Παραδείγματα
Finalmente alcanzó su sueño de ser médico.
Τελικά έφτασε το όνειρό του να γίνει γιατρός.
03
αρκώ
ser suficiente para cubrir una necesidad
Παραδείγματα
La comida no alcanza para todos.
Το φαγητό δεν αρκεί για όλους.



























