el alcohol
al
al
al
co
ko
ko
hol
ˈol
ol
girasolparasolespañolcontrol

Ορισμός και σημασία του "alcohol"στα ισπανικά

01

αλκοόλ, σπυρίτο

líquido inflamable que se usa en bebidas y como desinfectante 
el alcohol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Usamos alcohol para limpiar heridas. 

Χρησιμοποιούμε αλκοόλ για τον καθαρισμό πληγών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store