Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El alcohol
01
αλκοόλ, σπυρίτο
líquido inflamable que se usa en bebidas y como desinfectante
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Usamos alcohol para limpiar heridas.
Χρησιμοποιούμε αλκοόλ για τον καθαρισμό πληγών.



























