ahijada
ahi
ˈai
ai
ja
xa
kha
da
ða
dha
ahijado

Ορισμός και σημασία του "ahijada"στα ισπανικά

01

βαφτιστήρα, βαφτιστήρα

niña que tiene un padrino o madrina en el bautizo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ahijadas
αρσενικό ενικό
ahijado
θηλυκό ενικό
ahijada
Παραδείγματα
Mi ahijada cumple diez años mañana. 

Η νονούλα μου γίνεται δέκα χρονών αύριο.

02

προστατευόμενη, μαθήτρια

persona que recibe enseñanza o tutela de alguien 
Παραδείγματα
Es la ahijada del maestro de música y aprende mucho de él. 

Ahijada είναι η νονού του δασκάλου μουσικής και μαθαίνει πολλά από αυτόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store