Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ahijado
01
βαφτιστικός, βαφτιστικός
niño que tiene un padrino o madrina en el bautizo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ahijados
Παραδείγματα
Mi ahijado cumple ocho años esta semana.
Ο νονός μου κλείνει οκτώ χρόνια αυτή την εβδομάδα.
02
προστατευόμενος, μαθητής
persona que recibe enseñanza o tutela de alguien
Παραδείγματα
El ahijado del pintor pasó horas practicando técnicas de acuarela.
Ο προστατευόμενος του ζωγράφου πέρασε ώρες εξασκώντας τεχνικές υδατογραφίας.



























