ahijado
ahi
ˈai
ai
ja
xa
kha
do
ðo
dho
ahijada

Ορισμός και σημασία του "ahijado"στα ισπανικά

01

βαφτιστικός, βαφτιστικός

niño que tiene un padrino o madrina en el bautizo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ahijados
Παραδείγματα
Mi ahijado cumple ocho años esta semana. 

Ο νονός μου κλείνει οκτώ χρόνια αυτή την εβδομάδα.

02

προστατευόμενος, μαθητής

persona que recibe enseñanza o tutela de alguien 
Παραδείγματα
El ahijado del pintor pasó horas practicando técnicas de acuarela. 

Ο προστατευόμενος του ζωγράφου πέρασε ώρες εξασκώντας τεχνικές υδατογραφίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store