Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agitación
01
αναστάτωση
estado de inquietud o alteración emocional intensa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La agitación era evidente en su voz.
Η ανησυχία ήταν εμφανής στη φωνή του.
02
ταραχή, ζωντάνια
actividad intensa y movimiento continuo en un lugar o situación
Παραδείγματα
Había mucha agitación en el mercado al amanecer.
Υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στην αγορά την αυγή.



























