Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afectuoso
01
στοργικός, τηνός
que muestra cariño y amabilidad hacia los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más afectuoso
συγκριτικός βαθμός
más afectuoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
afectuoso
αρσενικό πληθυντικό
afectuosos
θηλυκό ενικό
afectuosa
θηλυκό πληθυντικό
afectuosas
Παραδείγματα
El maestro es afectuoso con sus alumnos.
Ο δάσκαλος είναι στοργικός με τους μαθητές του.



























