Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
actualizado
01
ενημερωμένος, ανανεωμένος
que ha recibido la información más reciente o se ha renovado para estar al día
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más actualizado
συγκριτικός βαθμός
más actualizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
actualizado
αρσενικό πληθυντικό
actualizados
θηλυκό ενικό
actualizada
θηλυκό πληθυντικό
actualizadas
Παραδείγματα
El sistema operativo se mantiene actualizado automáticamente.
Το λειτουργικό σύστημα διατηρείται ενημερωμένο αυτόματα.



























