acrobacia

Ορισμός και σημασία του "acrobacia"στα ισπανικά

Acrobacia
[gender: feminine]
01

ακροβασία, ακροβατική άσκηση

un ejercicio o actuación que requiere agilidad, equilibrio y coordinación
acrobacia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
acrobacias
Παραδείγματα
La acrobacia con fuego es uno de los números más espectaculares del espectáculo.
Η ακροβατική με τη φωτιά είναι ένας από τους πιο θεαματικούς αριθμούς της παράστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store