Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acrobacia
[gender: feminine]
01
ακροβασία, ακροβατική άσκηση
un ejercicio o actuación que requiere agilidad, equilibrio y coordinación
Παραδείγματα
La acrobacia con fuego es uno de los números más espectaculares del espectáculo.
Η ακροβατική με τη φωτιά είναι ένας από τους πιο θεαματικούς αριθμούς της παράστασης.



























