Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acre
01
στρέμμα
medida de superficie de terreno equivalente a 4,046.86 m² aproximadamente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acres
Παραδείγματα
Compraron cinco acres de tierra para cultivar.
Αγόρασαν πέντε έικρ γης για καλλιέργεια.
acre
01
δριμύς
que tiene un sabor o olor fuerte, penetrante o irritante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más acre
συγκριτικός βαθμός
más acre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acre
αρσενικό πληθυντικό
acres
θηλυκό ενικό
acre
θηλυκό πληθυντικό
acres
Παραδείγματα
El olor acre del ajo me hizo toser.
Η δριμεία μυρωδιά του σκόρδου με έκανε να βήξω.
02
αψύς
que tiene un sabor desagradable, áspero o amargo
Παραδείγματα
El café estaba demasiado acre para mi gusto.
Ο καφές ήταν πολύ αψύς για το γούστο μου.



























