acre
ac
ˈak
ακ
re
ɾe
ρε

Ορισμός και σημασία του "acre"στα ισπανικά

01

στρέμμα

medida de superficie de terreno equivalente a 4,046.86 aproximadamente 
acre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
acres
Παραδείγματα
Compraron cinco acres de tierra para cultivar. 

Αγόρασαν πέντε έικρ γης για καλλιέργεια.

01

δριμύς

que tiene un sabor o olor fuerte, penetrante o irritante 
acre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más acre
συγκριτικός βαθμός
más acre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
acre
αρσενικό πληθυντικό
acres
θηλυκό ενικό
acre
θηλυκό πληθυντικό
acres
θεματικό πεδίο
sabor, olor, sensación
Παραδείγματα
El olor acre del ajo me hizo toser. 

Η δριμεία μυρωδιά του σκόρδου με έκανε να βήξω.

02

αψύς

que tiene un sabor desagradable, áspero o amargo 
acre definition and meaning
Παραδείγματα
El café estaba demasiado acre para mi gusto. 

Ο καφές ήταν πολύ αψύς για το γούστο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store