Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acostumbrar
01
συνηθίζω
tener la costumbre de algo o estar habituado a ello
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acostumbro
γ΄ ενικό πρόσωπο
acostumbra
ενεστώτα μετοχή
acostumbrando
απλός αόριστος
acostumbró
παθητική μετοχή
acostumbrado
Παραδείγματα
Están acostumbrados a comer tarde en la noche.
Είναι συνηθισμένοι να τρώνε αργά τη νύχτα.
02
συνηθίζω, έχω τη συνήθεια
tener la costumbre de hacer algo o adaptarse a algo
Παραδείγματα
Me estoy acostumbrando al nuevo horario de trabajo.
Συνηθίζω στο νέο ωράριο εργασίας.
03
συνηθίζω
hacer que alguien adquiera una costumbre o se habitúe a algo
Παραδείγματα
Ella acostumbró a sus alumnos al uso de la tecnología en clase.
Εκείνη συνήθισε τους μαθητές της στη χρήση της τεχνολογίας στην τάξη.



























