Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acostumbrar
01
συνηθίζω
tener la costumbre de algo o estar habituado a ello
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acostumbro
γ΄ ενικό πρόσωπο
acostumbra
ενεστώτα μετοχή
acostumbrando
απλός αόριστος
acostumbró
παθητική μετοχή
acostumbrado
Παραδείγματα
Estoy acostumbrado a levantarme temprano.
Είμαι συνηθισμένος να ξυπνάω νωρίς.
02
συνηθίζω, έχω τη συνήθεια
tener la costumbre de hacer algo o adaptarse a algo
Παραδείγματα
Me acostumbré a levantarme temprano.
Συνηθίσα να ξυπνάω νωρίς.
03
συνηθίζω
hacer que alguien adquiera una costumbre o se habitúe a algo
Παραδείγματα
Los padres acostumbraron a su hijo a leer todas las noches.
Οι γονείς συνήθισαν το παιδί τους να διαβάζει κάθε βράδυ.



























