acceso

Ορισμός και σημασία του "acceso"στα ισπανικά

01

πρόσβαση

posibilidad de entrar o utilizar algo
acceso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accesos
Παραδείγματα
Prohibieron el acceso a la zona restringida.
Απαγόρευσαν την πρόσβαση στην περιορισμένη ζώνη.
02

πρόσβαση, είσοδος

entrada a un lugar o instalación
Παραδείγματα
Necesitas un pase para el acceso al laboratorio.
Χρειάζεστε μια άδεια για πρόσβαση στο εργαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store