acceso
acceso

Ορισμός και σημασία του "acceso"στα ισπανικά

01

πρόσβαση

posibilidad de entrar o utilizar algo 
acceso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
accesos
Παραδείγματα
El acceso a la biblioteca es libre para estudiantes. 

Η πρόσβαση στη βιβλιοθήκη είναι ελεύθερη για τους φοιτητές.

02

πρόσβαση, είσοδος

entrada a un lugar o instalación 
Παραδείγματα
El acceso al museo está en la calle principal. 

Η πρόσβαση στο μουσείο βρίσκεται στην κύρια οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store