abuso
abuso

Ορισμός και σημασία του "abuso"στα ισπανικά

01

κακή χρήση, κατάχρηση

un uso incorrecto o excesivo de algo o alguien 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abusos
Παραδείγματα
El abuso del poder por parte del gobierno es peligroso. 

Η κατάχρηση της εξουσίας από την κυβέρνηση είναι επικίνδυνη.

02

κακοποίηση, κατάχρηση

un trato ofensivo, cruel o violento hacia una persona 
Παραδείγματα
El abuso verbal en el trabajo crea un ambiente tóxico. 

Η λεκτική κακοποίηση στην εργασία δημιουργεί ένα τοξικό περιβάλλον.

03

κακοποίηση, κατάχρηση

un acto cruel, violento o ilegal contra una persona 
Παραδείγματα
El niño sufrió abuso en su propio hogar. 

Το παιδί υπέστη κακοποίηση στο σπίτι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store