Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abstener
01
απέχω
evitar hacer o participar en algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abstengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
abstiene
ενεστώτα μετοχή
absteniendo
απλός αόριστος
abstuvo
παθητική μετοχή
abstenido
Παραδείγματα
El contrato te obliga a abstenerte de esa acción.
Η σύμβαση σας υποχρεώνει να απέχετε από αυτήν την ενέργεια.
02
no emitir un voto en una elección o decisión
Παραδείγματα
Muchos ciudadanos se abstienen por desinterés.



























