Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abstención
[gender: feminine]
01
αποχή, μη συμμετοχή στην ψηφοφορία
el acto de no votar en una elección o decisión
Παραδείγματα
La alta abstención debilita el resultado.
Η υψηλή αποχή αποδυναμώνει το αποτέλεσμα.



























