abstención
abs
abs
αμπσ
tenc
ˈtenθ
τενθ
ión
jon
γον
iniciacióndedicaciónafirmaciónirritación

Ορισμός και σημασία του "abstención"στα ισπανικά

01

αποχή, μη συμμετοχή στην ψηφοφορία

el acto de no votar en una elección o decisión 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
abstenciones
Παραδείγματα
Su abstención fue una sorpresa para todos. 

Η αποχή του ήταν μια έκπληξη για όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store