abstención

Ορισμός και σημασία του "abstención"στα ισπανικά

Abstención
[gender: feminine]
01

αποχή, μη συμμετοχή στην ψηφοφορία

el acto de no votar en una elección o decisión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
abstenciones
Παραδείγματα
La alta abstención debilita el resultado.
Η υψηλή αποχή αποδυναμώνει το αποτέλεσμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store