Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absolver
01
αθωώνω, απαλλάσσω από ευθύνη
declarar libre de culpa o responsabilidad a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
absuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
absuelve
ενεστώτα μετοχή
absolviendo
απλός αόριστος
absolvió
παθητική μετοχή
absuelto
Παραδείγματα
El juez absolvió al acusado.
Ο δικαστής αθώωσε τον κατηγορούμενο.
02
συγχωρώ, απαλλάσσω από ευθύνη
perdonar o liberar de culpa moral
Παραδείγματα
El sacerdote lo absolvió de sus pecados.
Ο ιερέας τον συγχώρησε για τις αμαρτίες του.



























