Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abordar
01
αντιμετωπίζω, ασχολούμαι
tratar o encargarse de un tema, problema o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abordo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aborda
ενεστώτα μετοχή
abordando
απλός αόριστος
abordó
παθητική μετοχή
abordado
Παραδείγματα
Es difícil abordar un conflicto así.
Είναι δύσκολο να αντιμετωπίσεις μια τέτοια σύγκρουση.
02
πλησιάζω, προσεγγίζω
acercarse físicamente a una persona, un lugar o un medio de transporte
Παραδείγματα
El tren abordó la estación a gran velocidad.
Το τρένο πλησίασε τον σταθμό με μεγάλη ταχύτητα.
03
επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε μέσο μεταφοράς
entrar o subir a un medio de transporte
Παραδείγματα
Abordó el metro sin problemas.
Ανέβηκε στο μετρό χωρίς προβλήματα.



























