Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abordar
01
αντιμετωπίζω, ασχολούμαι
tratar o encargarse de un tema, problema o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abordo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aborda
ενεστώτα μετοχή
abordando
απλός αόριστος
abordó
παθητική μετοχή
abordado
Παραδείγματα
El informe aborda el problema principal.
Η έκθεση ασχολείται με το κύριο πρόβλημα.
02
πλησιάζω, προσεγγίζω
acercarse físicamente a una persona, un lugar o un medio de transporte
Παραδείγματα
El desconocido abordó al policía en la calle.
Ο άγνωστος πλησίασε τον αστυνομικό στο δρόμο.
03
επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε μέσο μεταφοράς
entrar o subir a un medio de transporte
Παραδείγματα
Los pasajeros abordaron el avión a tiempo.
Οι επιβάτες επιβίβασαν το αεροπλάνο εγκαίρως.



























