Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abominar
01
αποστρέφομαι, μισώ
sentir un odio o repugnancia extremos hacia algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abomino
γ΄ ενικό πρόσωπο
abomina
ενεστώτα μετοχή
abominando
απλός αόριστος
abominó
παθητική μετοχή
abominado
Παραδείγματα
Abomina la violencia en todas sus formas.
Αποστρέφεται τη βία σε όλες τις μορφές της.
02
αποστρέφομαι
condenar o desaprobar algo con vehemencia, considerándolo muy malo
Παραδείγματα
El líder religioso abominó los actos de vandalismo.
Ο θρησκευτικός ηγέτης αποστρέφθηκε τις πράξεις βανδαλισμού.



























