Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aborrecer
01
απεχθάνομαι, μισώ
sentir aversión intensa hacia alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aborrezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
aborrece
ενεστώτα μετοχή
aborreciendo
απλός αόριστος
aborreció
παθητική μετοχή
aborrecido
Παραδείγματα
Aborrecemos cualquier forma de discriminación.
Αποστρέφουμε κάθε μορφή διάκρισης.
02
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
dejar de hacer algo o alejarse de algo por disgusto o rechazo; renunciar
Παραδείγματα
Aborreció los malos tratos y se alejó de esa compañía.
Αποστρέφθηκε τις κακές συμπεριφορές και απομακρύνθηκε από αυτή την εταιρεία.



























