aborrecer
a
a
a
bo
βo
bo
rre
re
re
cer
ˈθeɾ
ther
cancillerenfureceremprenderconvencer

Ορισμός και σημασία του "aborrecer"στα ισπανικά

aborrecer
01

απεχθάνομαι, μισώ

sentir aversión intensa hacia alguien o algo 
aborrecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aborrezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
aborrece
ενεστώτα μετοχή
aborreciendo
απλός αόριστος
aborreció
παθητική μετοχή
aborrecido
Παραδείγματα
Aborrezco la injusticia en todas sus formas. 

Αποστρέφομαι την αδικία σε όλες τις μορφές της.

02

παραιτούμαι, εγκαταλείπω

dejar de hacer algo o alejarse de algo por disgusto o rechazo; renunciar 
Παραδείγματα
Aborreció sus malos hábitos y empezó a vivir más saludablemente. 

Αποστρέφθηκε τις κακές του συνήθειες και άρχισε να ζει πιο υγιεινά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store