Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abominar
01
αποστρέφομαι, μισώ
sentir un odio o repugnancia extremos hacia algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
abomino
γ΄ ενικό πρόσωπο
abomina
ενεστώτα μετοχή
abominando
απλός αόριστος
abominó
παθητική μετοχή
abominado
Παραδείγματα
El filósofo abominaba la ignorancia voluntaria.
Ο φιλόσοφος αποστρέφονταν την εκούσια άγνοια.
02
αποστρέφομαι
condenar o desaprobar algo con vehemencia, considerándolo muy malo



























