Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abdicar
01
παραιτούμαι από τον θρόνο
renunciar al trono o a un cargo real
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abdico
γ΄ ενικό πρόσωπο
abdica
ενεστώτα μετοχή
abdicando
απλός αόριστος
abdicó
παθητική μετοχή
abdicado
Παραδείγματα
El príncipe esperaba que el rey abdicara.
Ο πρίγκιπας ήλπιζε ότι ο βασιλιάς θα παραιτηθεί.
02
παραιτούμαι, αποποιούμαι
renunciar a un derecho, deber o privilegio
Παραδείγματα
Ella abdicó de sus privilegios.
Αυτή παραιτήθηκε από τα προνόμιά της.



























