abdicar
ab
ab
di
ði
dhi
car
ˈkaɾ
kar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "abdicar"στα ισπανικά

abdicar
01

παραιτούμαι από τον θρόνο

renunciar al trono o a un cargo real 
abdicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abdico
γ΄ ενικό πρόσωπο
abdica
ενεστώτα μετοχή
abdicando
απλός αόριστος
abdicó
παθητική μετοχή
abdicado
Παραδείγματα
El rey decidió abdicar. 

Ο βασιλιάς αποφάσισε να παραιτηθεί.

02

παραιτούμαι, αποποιούμαι

renunciar a un derecho, deber o privilegio 
Παραδείγματα
Abdicó de sus derechos de herencia. 

Παρέδωσε τα δικαιώματα κληρονομιάς του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store