decorar
Pronunciation
/dˌekɔɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "decorar"στα ισπανικά

decorar
01

διακοσμώ

poner adornos o embellecer un lugar
decorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
decoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
decora
ενεστώτα μετοχή
decorando
απλός αόριστος
decoré
παθητική μετοχή
decorado
Παραδείγματα
Quieren decorar el jardín con flores y lámparas.
Θέλουν να διακοσμήσουν τον κήπο με λουλούδια και λάμπες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store