dedicado
de
ˌde
de
di
ði
dhi
ca
ˈka
ka
do
ðo
dho
delicado

Ορισμός και σημασία του "dedicado"στα ισπανικά

01

αφοσιωμένος, προσηλωμένος

que pone mucho esfuerzo, tiempo y atención en una actividad, persona o causa 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dedicado
συγκριτικός βαθμός
más dedicado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dedicado
αρσενικό πληθυντικό
dedicados
θηλυκό ενικό
dedicada
θηλυκό πληθυντικό
dedicadas
Παραδείγματα
Es un profesor muy dedicado a sus alumnos. 

Είναι ένας δάσκαλος πολύ αφοσιωμένος στους μαθητές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store