el decreto

Ορισμός και σημασία του "decreto"στα ισπανικά

01

διάταγμα, ψήφισμα

una orden o decisión con fuerza de ley emitida por la autoridad competente
el decreto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
decretos
Παραδείγματα
Un decreto del ministerio de educación cambió el calendario escolar.
Ένα διάταγμα του υπουργείου παιδείας άλλαξε το σχολικό ημερολόγιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store