Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descapotable
01
καμπριολέ, ανοιχτό
un automóvil cuyo techo se puede plegar o quitar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descapotable
αρσενικό πληθυντικό
descapotables
θηλυκό ενικό
descapotable
θηλυκό πληθυντικό
descapotables
Παραδείγματα
Sueña con tener un coche descapotable rojo.
Ονειρεύεται να έχει ένα κόκκινο καμπριολέ αυτοκίνητο.



























