Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afirmar
01
βεβαιώνω, ισχυρίζομαι
decir algo con seguridad o expresar que algo es verdadero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
afirma
ενεστώτα μετοχή
afirmando
απλός αόριστος
afirmé
παθητική μετοχή
afirmado
Παραδείγματα
El científico afirmó que la teoría es correcta.
Ο επιστήμονας υποστήριξε ότι η θεωρία είναι σωστή.



























