afirmar
Pronunciation
/ˌafiɾmˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "afirmar"στα ισπανικά

afirmar
[past form: afirmé][present form: afirmo]
01

βεβαιώνω, ισχυρίζομαι

decir algo con seguridad o expresar que algo es verdadero
afirmar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
afirma
ενεστώτα μετοχή
afirmando
απλός αόριστος
afirmé
παθητική μετοχή
afirmado
Παραδείγματα
El testigo afirmó haber visto al acusado.
Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι είδε τον κατηγορούμενο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store