afirmar
a
a
a
fir
fiɾ
fir
mar
ˈmaɾ
mar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "afirmar"στα ισπανικά

afirmar
01

βεβαιώνω, ισχυρίζομαι

decir algo con seguridad o expresar que algo  es verdadero 
afirmar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
afirma
ενεστώτα μετοχή
afirmando
απλός αόριστος
afirmé
παθητική μετοχή
afirmado
Παραδείγματα
El científico afirmó que la teoría es correcta. 

Ο επιστήμονας υποστήριξε ότι η θεωρία είναι σωστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store