Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
afirmar
[past form: afirmé][present form: afirmo]
01
βεβαιώνω, ισχυρίζομαι
decir algo con seguridad o expresar que algo es verdadero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
afirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
afirma
ενεστώτα μετοχή
afirmando
απλός αόριστος
afirmé
παθητική μετοχή
afirmado
Παραδείγματα
El testigo afirmó haber visto al acusado.
Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι είδε τον κατηγορούμενο.



























