Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
astuto
01
πανούργος, πονηρός
que usa la inteligencia y la astucia para engañar o lograr algo de manera hábil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más astuto
συγκριτικός βαθμός
más astuto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
astuto
αρσενικό πληθυντικό
astutos
θηλυκό ενικό
astuta
θηλυκό πληθυντικό
astutas
Παραδείγματα
Ella es astuta y sabe cómo salir de situaciones difíciles.
Είναι πανούργη και ξέρει πώς να βγαίνει από δύσκολες καταστάσεις.
02
πανούργος, έξυπνος
que demuestra inteligencia práctica, juicio rápido o habilidad para comprender situaciones
Παραδείγματα
Ella fue astuta al invertir en acciones con potencial.
Ήταν έξυπνη επενδύοντας σε μετοχές με δυνατότητα.



























