Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aprendizaje
[gender: masculine]
01
μάθηση
el proceso de adquirir conocimientos, habilidades o valores a través del estudio, la experiencia o la enseñanza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su estilo de aprendizaje es más visual que auditivo.
Το στυλ μάθησης του είναι πιο οπτικό παρά ακουστικό.



























