Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apretado
01
σφιχτός, στεναχωρημένος
que queda muy justo o sin espacio suficiente
Παραδείγματα
El vestido es apretado pero favorecedor.
Το φόρεμα είναι σφιχτό αλλά κολακευτικό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σφιχτός, στεναχωρημένος