Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aprender
01
μαθαίνω
adquirir conocimiento o habilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aprendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aprende
ενεστώτα μετοχή
aprendiendo
απλός αόριστος
aprendí
παθητική μετοχή
aprendido
Παραδείγματα
Aprendí a cocinar con mi abuela.
Έμαθα να μαγειρεύω με τη γιαγιά μου.
1.1
μαθαίνω
adquirir conocimiento o habilidades
Παραδείγματα
Es importante aprender de los errores.
Είναι σημαντικό να μαθαίνουμε από τα λάθη.
02
απομνημονεύω, μαθαίνω απ' έξω
memorizar o aprender de memoria
Παραδείγματα
Los estudiantes se aprenden los diálogos para practicar.
Οι μαθητές μαθαίνουν απ' έξω τους διαλόγους για να εξασκηθούν.



























