Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El materialista
01
υλιστής, مادی
persona que valora principalmente los bienes materiales y el dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
materialistas
Παραδείγματα
Es un materialista que solo piensa en el dinero.
Είναι ένας υλιστής που σκέφτεται μόνο τα χρήματα.
Λεξικό Δέντρο
materialista
materia
lista



























