Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terminar
01
τελειώνω
llegar al final de algo o dar por concluida una acción, actividad o periodo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
termino
γ΄ ενικό πρόσωπο
termina
ενεστώτα μετοχή
terminando
απλός αόριστος
terminé
παθητική μετοχή
terminado
Παραδείγματα
Quiero terminar la conversación de manera amable.
Θέλω να τερματίσω τη συζήτηση ευγενικά.
1.1
τελειώνω, ολοκληρώνω
llegar al final de algo, concluir
Intransitive
Παραδείγματα
La serie termina en el próximo episodio.
Η σειρά τερματίζει στο επόμενο επεισόδιο.
02
χωρίζω, τερματίζω μια σχέση
poner fin a una relación amorosa o afectiva
Παραδείγματα
A veces es mejor terminar antes de que los problemas se agraven.
Μερικές φορές είναι καλύτερα να τερματίσεις πριν επιδεινωθούν τα προβλήματα.
03
τελειώνω
acabar completamente una comida o bebida, o agotar un ingrediente
Παραδείγματα
Los niños terminaron las galletas en un día.
Τα παιδιά τελείωσαν τα μπισκότα σε μια μέρα.



























