Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terminar
01
τελειώνω
llegar al final de algo o dar por concluida una acción, actividad o periodo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
termino
γ΄ ενικό πρόσωπο
termina
ενεστώτα μετοχή
terminando
απλός αόριστος
terminé
παθητική μετοχή
terminado
Παραδείγματα
Necesito terminar mi tarea antes de cenar.
Πρέπει να τελειώσω την εργασία μου πριν από το δείπνο.
1.1
τελειώνω, ολοκληρώνω
llegar al final de algo, concluir
Intransitive
Παραδείγματα
La película termina a las diez.
Η ταινία τελειώνει στις δέκα.
02
χωρίζω, τερματίζω μια σχέση
poner fin a una relación amorosa o afectiva
Παραδείγματα
Terminar una relación nunca es fácil.
Το να τερματίσεις μια σχέση δεν είναι ποτέ εύκολο.
03
τελειώνω
acabar completamente una comida o bebida, o agotar un ingrediente
Παραδείγματα
Termina tu plato, hay gente que pasa hambre.
Τελείωσε το πιάτο σου, υπάρχουν άνθρωποι που πεινάνε.



























