Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mortal
01
θανατηφόρος
que puede causar la muerte o un daño extremo
Παραδείγματα
La tormenta representaba un peligro mortal para los navegantes.
Η καταιγίδα αντιπροσώπευε ένα θανάσιμο κίνδυνο για τους ναυτικούς.
02
θνητός
que está sujeto a la muerte; no inmortal
Παραδείγματα
La fragilidad de la vida mortal nos enseña a valorar cada día.
Η ευθραυστότητα της θνητής ζωής μας διδάσκει να αξιολογούμε κάθε μέρα.



























