Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibir
[past form: prohibí][present form: prohíbo]
01
απαγορεύω, απαγορέυω
impedir que algo se haga, se use o se realice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prohíbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prohíbe
ενεστώτα μετοχή
prohibiendo
απλός αόριστος
prohibí
παθητική μετοχή
prohibido
Παραδείγματα
La ley prohíbe la discriminación por género.
Ο νόμος απαγορεύει τη διάκριση λόγω φύλου.



























