prohibir
Pronunciation
/pɾˌoiβˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "prohibir"στα ισπανικά

prohibir
[past form: prohibí][present form: prohíbo]
01

απαγορεύω, απαγορέυω

impedir que algo se haga, se use o se realice
prohibir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prohíbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prohíbe
ενεστώτα μετοχή
prohibiendo
απλός αόριστος
prohibí
παθητική μετοχή
prohibido
Παραδείγματα
La ley prohíbe la discriminación por género.
Ο νόμος απαγορεύει τη διάκριση λόγω φύλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store