Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relacionar
01
συνδέω
establecer una conexión o vínculo entre cosas o personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
relaciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
relaciona
ενεστώτα μετοχή
relacionando
απλός αόριστος
relacioné
παθητική μετοχή
relacionado
Παραδείγματα
Es fácil relacionar las imágenes con las palabras.
Είναι εύκολο να συσχετίσετε τις εικόνες με τις λέξεις.



























