Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relacionar
[past form: relacioné][present form: relaciono]
01
συνδέω
establecer una conexión o vínculo entre cosas o personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
relaciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
relaciona
ενεστώτα μετοχή
relacionando
απλός αόριστος
relacioné
παθητική μετοχή
relacionado
Παραδείγματα
Es importante relacionar la teoría con la práctica.
Είναι σημαντικό να συσχετίζουμε τη θεωρία με την πράξη.



























