Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El parqué
01
παρκέ
un suelo formado por pequeñas piezas o láminas de madera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parqués
Παραδείγματα
El sol de la tarde ilumina el parqué, dándole un tono dorado.
Ο απογευματινός ήλιος φωτίζει το παρκέ, δίνοντάς του ένα χρυσό τόνο.



























