el parqué
par
paɾ
par
qué
ˈke
ke
frappécanapécomitécabaré
parquet

Ορισμός και σημασία του "parqué"στα ισπανικά

01

παρκέ

un suelo formado por pequeñas piezas o láminas de madera 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parqués
Παραδείγματα
El parqué antiguo de la casa cruje al caminar sobre él. 

Το παρκέ στο σπίτι τρίζει όταν περπατάς πάνω του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store