Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
participar
01
συμμετέχω
formar parte de una actividad, evento o grupo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
participo
γ΄ ενικό πρόσωπο
participa
ενεστώτα μετοχή
participando
απλός αόριστος
participé
παθητική μετοχή
participado
Παραδείγματα
jemplos: Quiero participar en la competencia de natación.
Θέλω να συμμετάσχω στον διαγωνισμό κολύμβησης.



























