Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
participar
[past form: participé][present form: participo]
01
συμμετέχω
formar parte de una actividad, evento o grupo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
participo
γ΄ ενικό πρόσωπο
participa
ενεστώτα μετοχή
participando
απλός αόριστος
participé
παθητική μετοχή
participado
Παραδείγματα
Él nunca participa en discusiones de grupo.
Αυτός ποτέ δεν συμμετέχει σε ομαδικές συζητήσεις.



























