extraíble
ext
ekst
ekst
raíb
ˈɾaiβ
raib
le
le
le
increíbledigeribleaccesibleasequible

Ορισμός και σημασία του "extraíble"στα ισπανικά

extraíble
01

αφαιρούμενος, αποσπώμενος

que se puede quitar o mover fácilmente de un lugar a otro 
extraíble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más extraíble
συγκριτικός βαθμός
más extraíble
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extraíble
αρσενικό πληθυντικό
extraíbles
θηλυκό ενικό
extraíble
θηλυκό πληθυντικό
extraíbles
Παραδείγματα
La batería del portátil es extraíble. 

Η μπαταρία του φορητού υπολογιστή είναι αφαιρούμενη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store