narrativo
Pronunciation
/nˌaratˈiβo/

Ορισμός και σημασία του "narrativo"στα ισπανικά

01

αφηγηματικός

relativo a la narración de hechos o historias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
narrativo
αρσενικό πληθυντικό
narrativos
θηλυκό ενικό
narrativa
θηλυκό πληθυντικό
narrativas
Παραδείγματα
La clase se centró en la técnica narrativa de los cuentos.
Η τάξη επικεντρώθηκε στην αφηγηματική τεχνική των ιστοριών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store