narrar

Ορισμός και σημασία του "narrar"στα ισπανικά

narrar
01

αφηγούμαι

contar o relatar una historia o unos hechos
narrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
narro
γ΄ ενικό πρόσωπο
narra
ενεστώτα μετοχή
narrando
απλός αόριστος
narró
παθητική μετοχή
narrado
Παραδείγματα
El actor narra la serie de naturaleza.
Ο ηθοποιός αφηγείται τη σειρά φύσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store