Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
narrar
01
αφηγούμαι
contar o relatar una historia o unos hechos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
narro
γ΄ ενικό πρόσωπο
narra
ενεστώτα μετοχή
narrando
απλός αόριστος
narró
παθητική μετοχή
narrado
Παραδείγματα
Ella narra su experiencia en un libro.
Αυτή αφηγείται την εμπειρία της σε ένα βιβλίο.



























